You May Begin to Dream – When Hans Christian Andersen Comes Alive

He returned back home. His day was exhausting for once again. But how couldn’t it be? He chose a path many years ago and he continues to the same path up until now. Was it enough for him? But clearly yes. He loved children. The profession of the teacher was fulfilling his days. But after all these years he got a little bit tired. He wanted to do something new. Although he did not know what.
He put a glass of brandy to drink, and lit a cigarette. It was unusual for him to drink at noon. He knew that this day was hiding an entire treasure, and he just wanted to discover it.
His mind flew. He went back to his childhood. The time that he played happily in the neighborhoods of the small town he grew up. He remembers his mother. “My beloved mother” he said, and closed his eyes. He dreamed of the evenings that she used to read him fairy tales.
“Mother will you read me a story tonight?”
“Of course my son. Which one do you want? ”
The Emperor’s New Suit. It’s my favorite. ”


“… He lifted his head up and continued the parade, until he became bright red with shame and anger, he reached the palace. The End …” (by The Emperor’s new suit – Hans Christian Andersen)

“How easily I was falling asleep with this tale!” He thought. Yet so it was. He slept peacefully and sweet. He dreamed of the palace, the emperor’s beautiful clothes, all the tailors and the dreams have been reflected on the canvas of his soul. Colorful dreams, childish, calm and lively soul.
“You still remember my tales I see, huh?”
Startled by the voice that was heard. On the other hand, this voice seemed so familiar. He could not understand what was happening.
“Who is it?” He shout.
“Calm down and listen to me. Follow my voice. Can you? ”
He could. He opened the door and found himself in a small town in Denmark in Odense. He had visited this town. He could remember the town well enough. The city that the man who adored through his fairy tales was born and raised, Hans Christian Andersen.

His mind got stuck. He could not understand what was happening there. All of the tales passed before his eyes. As if they did parade as the King. He could recognize Thumbelina, The Snow Queen, The Ugly Duckling, The Steadfast Tin Soldier, The Little Match-Seller… he admired them all. Others because they had special talents and others because although they were poor and aggrieved people, they were magnanimous.

A sweet melancholy seized him and a thrill. A tear fell from his eyes and reached the ground of the Danish town. The tear created a great sea. He could not believe it! Suddenly in front of his eyes appeared The Little Mermaid. She stretched out her hand and invited him to swim. He accepted. He did not know if all that he was living was true or just a dream. They swam and reached a rock. The voice waited there…

Anything you see can be a fairy tale and you can make a story out of anything you touch” said the voice. (Hans Cristian Andersen)

“Touch the hearts of children, with your own way. Give them what they really want, the beautiful end of the story. Once your mother, read you fairy tales. Do the same. Read your own fairy tale to the children. All these souls see you as a father. You know I lost mine in a very young age. He never managed to read me a story. We were poor. That’s why I made my dream come true. I wrote stories so as to make the soul’s come together. Do the right thing. ”
“Hans, how can you talk? Once you’ve lost your voice! ”
“I do not speak. I sing”.

Life is a beautiful melody. Only the lyrics are a little bit confused. ” (Hans Christian Andersen)

hans-christian-andersen 2

A sweet song was heard. He jumped up. He was full of sweat. He fell asleep and now it was dark in the outside world. Only he could feel the sun inside his heart. He remembered the dream. He did not know whether he dreamed or if he lived it. He saw the glass of brandy. “I will not drink again in the noontime” he thought. He sat at his desk and began to correct writings. In a notebook he found a note:
“Aiming to the teenager, you can succeed in every age.” H.C.A.
The next morning he arrived early at school. He thought to start the lecture different today.
“Children we will read stories today. You may begin to dream “…

by Michael Moustogiannis

Michael Moustogiannis is a student at the Faculty of Philosophy of the University of Ioannina. Born and raised in the heart of the Peloponnese, and in particular Tripoli Arcadias. From a very young age he was depressed in writing and reading poetry and literature.He is one of the first members of the Literatology team and he is contributing either his own poems and stories or even many articles that he loves to write.
Michael Moustogiannis is a student at the Faculty of Philosophy of the University of Ioannina. Born and raised in the heart of the Peloponnese, and in particular Tripoli Arcadias. From a very young age he was depressed in writing and reading poetry and literature.He is one of the first members of the Literatology team and he is contributing either his own poems and stories or even many articles that he loves to write.

Γύρισε πάλι σπίτι του. Η μέρα του ήταν κουραστική. Πώς αλλιώς να μην είναι άλλωστε; Ο δρόμος που διάλεξε λίγα χρόνια πριν ήταν αυτός που συνεχίζει και τώρα. Τον κάλυπτε; Μα σαφώς και ναι. Τα παιδιά τα αγαπούσε. Το επάγγελμα του καθηγητή, του γέμιζε τη μέρα. Απλά μετά από τόσα χρόνια κουράστηκε. Ήθελε να κάνει κάτι καινούργιο. Δεν ήξερε τι.

Έβαλε ένα ποτήρι κονιάκ να πιει, και άναψε ένα τσιγάρο. Ασυνήθιστο γι’ αυτόν να πίνει μέρα μεσημέρι. Ήξερε πως η σημερινή μέρα του έκρυβε έναν ολόκληρο θησαυρό, και ήθελε να τον ανακαλύψει.

Το μυαλό του πέταξε. Πήγε πίσω στα παιδικά του χρόνια. Τότε που έπαιζε ανέμελα στις γειτονιές της μικρής πόλης που μεγάλωσε. Θυμάται τη μητέρα του. «Γλυκιά μου μητέρα» είπε κι έκλεισε τα μάτια του. Ονειρεύτηκε τα βράδια που του διάβαζε παραμύθια.

«Θα μου διαβάσεις κι απόψε μητέρα ένα παραμύθι;»

«Εννοείται γιέ μου. Ποιο θέλεις;»

«Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά. Είναι το αγαπημένο μου.»

«…Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και συνέχισε την παρέλαση μέχρι που κατακόκκινος από ντροπή και θυμό έφθασε στο παλάτι. Τέλος…»

«Πόσο εύκολα κοιμόμουν με αυτό το παραμύθι!» σκέφτηκε. Κι όμως έτσι ήταν. Κοιμόταν ήρεμα και γλυκά. Ονειρευόταν το παλάτι, τα όμορφά ρούχα του βασιλιά, τους ράφτες και τα όνειρά του αποτυπωνόταν πάνω στον καμβά της ψυχής του. Πολύχρωμα όνειρα, παιδική, ήρεμη και γεμάτη ζωή ψυχή.

«Θυμάσαι τα παραμύθια μου ακόμα βλέπω έ;»

Τρόμαξε από τη φωνή που ακούστηκε. Απ’ την άλλη όμως του φάνηκε τόσο γνώριμη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν.

«Ποιος είναι;» Φώναξε.

«Ηρέμησε και άκουσε με. Ακολούθησε τη φωνή μου. Μπορείς;»

Μπορούσε. Άνοιξε την πόρτα και  βρέθηκε σε μια μικρή κωμόπολη της Δανίας, στο Οντένσε. Είχε πάει. Την θυμόταν καλά. Η πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο άνθρωπος που λάτρευε μέσα από τα παραμύθια του, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Το μυαλό του κόλλησε. Δεν καταλάβαινε ετούτο που του συνέβαινε ετούτη την ώρα. Πέρασαν από μπροστά του όλα τα παραμύθια. Σαν να έκαναν παρέλαση, όπως ο βασιλιάς. Αναγνώρισε την Τοσοδούλα, τη βασίλισσα του χιονιού, το ασχημόπαπο, το μολυβένιο στρατιώτη, το κοριτσάκι με τα σπίρτα…Τους θαύμαζε όλους. Άλλους γιατί είχαν ιδιαίτερα ταλέντα κι άλλους γιατί ενώ ήταν φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, ήταν όμως μεγαλόψυχοι.

Μια γλυκιά μελαγχολία τον έπιασε και μια συγκίνηση. Ένα δάκρυ έτρεξε από τα μάτια του κι έφτασε ως το έδαφος της Δανέζικης κωμόπολης. Από αυτό δημιουργήθηκε μια μεγάλη θάλασσα. Τα έχασε! Ξάφνου εμφανίζεται μπροστά του η μικρή γοργόνα. Του άπλωσε το χέρι και τον κάλεσε να κολυμπήσουν. Δέχτηκε. Δεν ήξερε αν αυτό που ζούσε ήταν αληθινό η ψεύτικο. Κολύμπησαν κι έφτασαν σε ένα βράχο. Εκεί ήταν η φωνή.

«Οτιδήποτε βλέπεις μπορεί να γίνει παραμύθι και μπορείς να βγάλεις μια ιστορία από οτιδήποτε αγγίξεις» του είπε η φωνή.

«Άγγιξε την ψυχή των παιδιών, με το δικό σου τρόπο. Δώσε τους αυτό που πραγματικά αναζητούν, το όμορφο τέλος του παραμυθιού. Κάποτε η μητέρα σου, διάβαζε τα παραμύθια μου. Κάνε κι εσύ το ίδιο. Διάβασε το δικό σου παραμύθι στα παιδιά. Όλες αυτές οι ψυχές σε βλέπουν σαν πατέρα. Ξέρεις έχασα πολύ μικρός τον δικό μου. Δεν κατάφερε ποτέ να μου διαβάσει ένα παραμύθι. Ήμασταν φτωχοί. Γι’ αυτό κι εγώ έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα. Έγραψα παραμύθια για να έρχονται σε επαφή οι μικρές ψυχές με τις μεγάλες. Κάνε το σωστό».

«Χανς, πως μπορείς και μιλάς; Αφού είχες χάσει τη φωνή σου»!

«Δεν μιλώ. Τραγουδάω. Η ζωή είναι μια ωραία μελωδία. Μόνο οι στίχοι είναι λίγο μπερδεμένοι».

Ένα γλυκό τραγούδι ακούστηκε. Πετάχτηκε όρθιος. Είχε ιδρώσει. Αποκοιμήθηκε και είχε νυχτώσει στον έξω κόσμο. Μόνο αυτός ένιωθε τον ήλιο μέσα του. Θυμήθηκε το όνειρο. Δεν ήξερε αν το ονειρεύτηκε ή αν το έζησε. Είδε το ποτήρι με το κονιάκ. «Δεν ξαναπίνω μεσημέρι», σκέφτηκε. Έκατσε στο γραφείο του και ξεκίνησε να διορθώνει γραπτά. Μέσα σε ένα τετράδιο βρήκε ένα σημείωμα:

«Στοχεύοντας στον έφηβο, πετυχαίνεις σε κάθε ηλικία». Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Το επόμενο πρωί έφτασε νωρίς στο σχολείο. Σκέφτηκε να ξεκινήσει διαφορετικά το μάθημα εκείνη την ημέρα.

«Παιδιά σήμερα θα διαβάσουμε παραμύθια. Μπορείτε να αρχίσετε να ονειρεύεστε»…

Hans Christian Andersen


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s