Love at First Sight

That night he did not want to go out. He wanted to stay at home. Make a hot tea, lie down in his favorite armchair and read a book. He needed a little peace. He was feeling that nothing else will please him that sitting in his usual corner, lighting a cigarette and relaxing from the tension of the whole day.
The phone rang insistently. ” Put the book down and get dressed to go out. It is our evening. As every Wednesday after all. Do not break our customs. The “Pothouse” awaits us.

Merry company  *oil on panel  *30 x 51 cm  *signed : D Hals 1635

She was full of joy. After a long time she would go out with her ​​friends. One night full of surprises, she believed that waited for her. She wore a beautiful dress, painted red her lips and with a finishing touch she was ready for an unforgettable night. She reminisced all of the beautiful moments she spent with her old boyfriend. But now she has already made ​​a new beginning. A new beginning, a new life.

He rethought it. He had nothing to lose. He wanted to do this favor to his friends. Every Wednesday after all, they were going to their local spot. Where they were drinking their mugs full of wine, they were treating  the people around them and danced till dawn. It was for them something like a ritual. Three friends as priests of their beloved  place: the “Pothouse”. He wore a shirt and went to find them.

They sat next to the orchestra. Ordered their first wine and waited as the all the others in there for people to start gathering so as the music to start and fill them all with joy.
She noticed him by the time he entered the “Pothouse”. He was tall, with a similar looking to her, with a clean smile and a kindness in his eyes. Two eyes that were shining. Two eyes that she wished from the beginning to mirroring her and only her alone. She smiled as she watched him entering, but he just sat at his table. She felt as if she had seen him before somewhere, in some place. She stared at his every move, in detail. How he was inhaling the smoke from his cigarette, how he freed the smoke up, how he drank his wine. She was sure that his favorite was this: red sweet wine! Red as passionate love, sweet as the fool of love. A flavor much adored, which quickly fools you if you drink it at one gulp. So she wanted. To swallow her at one gulp with his love.


He lit one cigarette after another. The mugs were going and coming. He felt her eyes on him from the first moment. However, he was unable to believe that he could do something with a woman again, after his latest divorce. That momentall of the moments of the past passed before his eyes. All of them. Beautiful and bad. His mind was stuck on the bad moments and it was something that made him mad. He could not realize that the love of his life fooled him in the worst way, that she cheated on him and erased everything they once lived together. It was then that he turned and pointed toward the girl. He noticed her beauty. Brunette with long hair touching her white shoulders. Her eyes alive, nailed over him. Her lips fleshy and full of eroticism. He raised his glass and saluted. She responded with a smile and got up to dance the song playing at the time.
He got up from his chair and went to clap at her. His eyes stayed all over her. Now he was watching over her whole body which was left to the magic of music. He enjoyed such a dancing. So elegant, so sharp and vivid.
The next song was about him. ” Love Archangel ” was the song and he stood up slowly and bluntly to dance. Each step he made stood to the music, his head was bowed. Only his eyes now and then were stealing her own looks. When he finished his zeimbekiko, he sat at the table and lit a cigarette. He took the glass and went to her table. Her eyes could not leave him in peace.

Love-at-First-Sight“Shall we get out of here?” he told her
“And where should we go?” she replied
“Where our eyes are able to see. Where our eyes will be united and I will have you and you will have me.”
“Let’s go…”

Michael Moustogiannis

Michael Moustogiannis is a student at the Faculty of Philosophy of the University of Ioannina. Born and raised in the heart of the Peloponnese, and in particular Tripoli Arcadias. From a very young age he was depressed in writing and reading poetry and literature.He is one of the first members of the Literatology team and he is contributing either his own poems and stories or even many articles that he loves to write.
Michael Moustogiannis is a student at the Faculty of Philosophy of the University of Ioannina. Born and raised in the heart of the Peloponnese, and in particular Tripoli Arcadias. From a very young age he was depressed in writing and reading poetry and literature.He is one of the first members of the Literatology team and he is contributing either his own poems and stories or even many articles that he loves to write.

Original Version in Greek Language Written by Michael Moustogiannis Can be found right underneath


Εκείνο το βράδυ δεν ήθελε να βγει. Ήθελε να κάτσει σπίτι του. Να φτιάξει ένα ζεστό τσάι, να ξαπλώσει στην αγαπημένη του πολυθρόνα και να διαβάσει ένα βιβλίο. Είχε ανάγκη από λίγη ηρεμία. Ένοιωθε πως τίποτε άλλο δεν θα τον ευχαριστούσε από το να κάτσει στην συνηθισμένη του γωνία, να ανάψει ένα τσιγάρο και να χαλαρώσει από την ένταση της όλης μέρας.
Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. ‘’Άσε το βιβλίο κάτω και ντύσου για να βγούμε. Είναι το βράδυ μας. Όπως κάθε Τετάρτη άλλωστε. Μην σπας το θεσμό μας. Το ‘’Καπηλειό’’ μας περιμένει΄΄.

Εκείνη ήταν γεμάτη χαρά. Μετά από καιρό έξω με τις φίλες της. Ένα βράδυ-έκπληξη πίστευε πως την περίμενε, Φόρεσε το όμορφο φόρεμα της, έβαψε με κόκκινο χρώμα τα χείλη της και με την τελευταία πινελιά ήταν έτοιμη για μια αξέχαστη βραδιά. Αναπόλησε τις όμορφες στιγμές που περνούσε με τον παλιό της έρωτα. Μα πλέον έκανε μια νέα αρχή. Νέα αρχή, νέα ζωή.

Το ξανασκέφτηκε. Δεν είχε και τίποτε να χάσει. Ήθελε να κάνει το χατίρι στους φίλους του. Κάθε Τετάρτη πήγαιναν στο στέκι τους. Εκεί όπου έπιναν τις κούπες τους, κερνούσαν τον γύρω κόσμο και χόρευαν μέχρι πρωίας. Ήταν γι’ αυτούς ιεροτελεστία. Τρεις φίλοι σαν ιερείς στον λατρεμένο τους τόπο: το ‘’Καπηλειό’’. Φόρεσε ένα πουκάμισο και κίνησε για να τους βρει.

Έκατσαν δίπλα από την ορχήστρα. Παρήγγειλαν το πρώτο τους κρασί και περίμεναν όπως και οι υπόλοιποι εκεί μέσα να ξεκινήσει να μαζεύει κόσμο το μαγαζί, να ξεκινήσει η μουσική και να κάνει κέφι ο κόσμος.
Τον παρατήρησε από την πρώτη στιγμή. Ήταν ψηλός, κοντά στα δικά της χρώματα, με καθαρό χαμόγελο και με μια καλοσύνη στα μάτια. Δυο μάτια αστραφτερά. Δυο μάτια που θέλησε από την αρχή να καθρεφτίσουν αυτήν και μόνο αυτή. Χαμογέλασε βλέποντας τον, αλλά εκείνος κάθισε απλώς στο τραπέζι του. Ένοιωθε σα να τον είχε ξαναδεί. Κοίταζε κάθε του κίνηση λεπτομερώς. Πως εισέπνεε τον καπνό από το τσιγάρο του, πως τον απελευθέρωνε, πως έπινε το κρασί του. Ήταν σίγουρη πως το αγαπημένο του ήταν αυτό: κόκκινο ημίγλυκο! Κόκκινο όπως ο φλογερός έρωτας, ημίγλυκο όπως το ξεγέλασμα της αγάπης. Λατρεύεις δηλαδή τη γεύση του, αλλά γρήγορα σε ξεγελά αν το πιείς μονορούφι. Έτσι ήθελε κι εκείνη. Να την καταπιεί μονορούφι ο έρωτας του.

Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Οι κούπες πήγαιναν κι έρχονταν. Ένοιωσε τη ματιά της από την πρώτη στιγμή. Ωστόσο, αδυνατούσε να πιστέψει ότι θα μπορούσε να ξανακάνει κάτι με γυναίκα ύστερα από τον τελευταίο του χωρισμό. Εκείνη τη στιγμή πέρασαν από μπροστά όλες οι στιγμές από το παρελθόν. Όμορφες και Άσχημες. Το μυαλό του κόλλησε στις άσχημες κι εκεί ήταν που εξαγριώθηκε περισσότερο. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι ο έρωτας της ζωής του τον κορόιδεψε με τον χειρότερο τρόπο, ότι τον απάτησε και έσβησε μονομιάς όλα όσα έζησαν μαζί. Τότε ήταν που γύρισε και παρατήρησε την απέναντι κοπέλα. Παρατήρησε την ομορφιά της. Μελαχροινή με μακριά μαλλιά που άγγιζαν τους λευκούς της ώμους. Τα μάτια της ζωντανά, καρφωμένα πάνω του. Τα χείλη της σαρκώδη και γεμάτα ερωτισμό. Σήκωσε το ποτήρι του και τη χαιρέτησε. Εκείνη ανταποκρίθηκε με ένα χαμόγελο και σηκώθηκε να χορέψει το τραγούδι που έπαιζε εκείνη την ώρα.
Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε να της χτυπήσει παλαμάκια. Η ματιά του δεν έφυγε από πάνω της. Τώρα παρατηρούσε όλο της το κορμί που αφηνόταν στη μαγεία της μουσικής. Του άρεσε έτσι όπως χόρευε. Τόσο κομψά, τόσο κοφτά και ζωντανά.
Το επόμενο τραγούδι ήταν γι’ αυτόν. ‘’Έρωτας Αρχάγγελος’’ το τραγούδι και σηκώθηκε αργά και σταράτα να χορέψει. Το κάθε του βήμα πατούσε πάνω στη μουσική, το κεφάλι του σκυφτό. Μόνο τα μάτια του έκλεβαν που και που τις δικές της ματιές. Όταν τελείωσε το ζεϊμπέκικο κάθισε στο τραπέζι του και άναψε ένα τσιγάρο. Πήρε το ποτήρι του και πήγε στο τραπέζι της. Τα μάτια της δεν τον άφηναν σε ησυχία.
‘’Πάμε να φύγουμε από εδώ;’’, της είπε.
‘’Και που να πάμε;’’, αποκρίθηκε εκείνη.
‘’Εκεί που μόνο τα μάτια μας μπορούν να δουν. Εκεί που οι ματιές μας θα ενωθούν κι εγώ θα έχω εσένα κι εσύ εμένα.’’

Εν Ιωαννίνοις
Μιχαήλ Μουστόγιαννης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s